Σχεδόν ερωτική

«Με σάρκα και οστά» του ψιθύρισε, «με αίμα και ψυχή», της απάντησε.

«Όλα όσα φοβήθηκες σε λάτρεψαν».
Την κοίταξε νωχελικά.


«Μόνο μαζί σου αντέχω την απώλεια του εαυτού μου», του είπε.
Και το γνώριζε.
Από την πρώτη στιγμή που του δόθηκε…


Ασυγχώρητος, όταν δολοφονείς τα όνειρα μου μετατρέποντας τα
σε εκκωφαντικούς εφιάλτες…
«Ασυγχώρητος», και γέλασε.

Κρατώντας την πιο βίαιη αίσθηση του, βαθιά
στο σώμα της.

Μερικές φορές ο
έρωτας δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα ζοφερά ένστικτα μας.
Κάθε φορά που έφευγε, επέστρεφε συγκλονισμένη
στην άσπλαχνη αγκαλιά του, ως άσπιλη λεξητόμος.

Στα μάτια της χιλιάδες αμαρτίες λεηλατούσαν το σκότος, στο υγρό βάθος
της εμμονής στη διάρκεια του. Στην καρδιά τους το ασίγαστο μίσος
ξεσπούσε ατερμάτιστα, σαν άνεμος στα σημάδια τους.

Θα είσαι πάντα ένας ημιτελής κύκλος, η ανασαιμιά που σφραγίζει το σώμα μου.
Θα είσαι εκείνη που αδημονώ να μισήσω κι οι αμαρτίες που αγάπησα.
Μετέωρη, να προσπαθείς να μ’ αγγίξεις στο κενό της απουσίας μου.
Δε σου επιτρέπω να υπάρχεις χωρίς εμένα κι όταν σε βρίσκω, θέλω να δραπετεύω.

Λίγο πριν σε φυλακίσω με το χέρι στο λαιμό, σου ψιθυρίζω:

«Σχεδόν
ερωτική, απόλυτα δική μου».

Στην έκπτωτη κραυγή

Με δέχεται μ’ έναν τρόπο που εσύ μ’ απορρίπτεις.
Ξέρεις, δεν ήθελα τίποτα περισσότερο
απ’ την ελευθερία των στεναγμών μου.
Κι εσύ, συνέχιζες να είσαι ο καθηλωτικός εαυτός σου.

Όταν βρίσκομαι μαζί σου, πνίγομαι από θλίψη.
Σαν να προσπαθώ να σωθώ, με τα χέρια ανοιχτά σε ναυάγιο.

Προτιμούσα να σε ονειρεύομαι με μάτια ερμητικά.
Να άλλαζα την ψυχή του στο σώμα σου.
Να ξεχνούσα για λίγο ότι υπήρξαμε

απογοητευτικά ερωτευμένοι…

Πόσο ψύχος έχει ο πάγος όταν λιώνει στη
φωτιά;
Αναρωτιόμουν αν έχεις υπόσταση
τα βράδια που χάϊδευες

το αίμα στη φωνή μου…

Δεν άντεχα να κοιτάζω τα γκρίζα σου σύννεφα
στο μουντό ουρανό μου.


Δεν άντεχα!

Και εξακολουθούσα να ζω…
Σαν μετέωρη σκέψη σε κενό ασφαλείας.
Πίστευα πως το τραύμα έκλεινε με το χρόνο,
αλλά ο χρόνος ήταν το τραύμα.


Κάθε φορά που δραπέτευα, μια απροσδιόριστη απειλή
διαπραγματεύονταν τις ενοχές μου.
Μαζί του ξεχνούσα τον εαυτό που μ’ έντυνες.
Μαζί σου θυμόμουν πως δε φορούσα ρούχα.

Ένας σύμμαχος κι ένας αντίπαλος.
Μία μάχη κι ένας πόλεμος.
Με κέρδιζες και λεηλατούσα τη λογική σου.
Με έχανα και με γονιμοποιούσε η
αγάπη σου.

Πρέπει να πεις στους επαληθευτές σου
πως έκλεψες τις αλήθειες τους. Λίγο
παραπάνω από τις υποψίες τους…

Πρέπει!


Αλλά εσύ δεν έχεις
την τόλμη της ποίησης σου.
Ποτέ δε ξέρεις και πάντα περιμένεις,
και δε βλέπεις τίποτα…

Και σε σκοτώνω.

Αργά και θεαματικά.

Στην έκπτωτη κραυγή του
σαδισμού σου…

Την αμαρτία στο πρόσωπό σου

Προσπάθησα να ψηλαφίσω,
την αμαρτία στο πρόσωπό σου.
Να σ’ αγαπήσω πανοραμικά,

περισσότερο απ’ τον εαυτό σου.

Προσπάθησα.


Και τελικά, υπέκυψα να
σ’ αγνοήσω…

Ο μανδύας σου, οραματίζεται τους προσκυνητές του.
Στον τερματικό σταθμό της έμπνευσης σου,
ανάμεσα σε χιλιάδες μάτια,

είμαι η μόνη απόδειξη των ενοχών σου.

Εσύ.


Ο πρεσβευτής της αναπαραγωγής μου.
Ξέρω. Αναζητάς το άλλοθι των συνειρμών σου,
λίγο περισσότερο απ’ τη συνείδησή σου…

Μια μέρα, θα αντικρίσεις τον εαυτό σου.
Και μια νύχτα, θα σε δικάσουν οι ατσάλινες
μάσκες σου. Σ’ έναν κόσμο παροδικό,
έγινες η μόνιμη ψευδαίσθησή σου…

Εγώ, η μεγαλύτερη
αιχμάλωτη
στην ανεξίτηλη παράνοιά σου.
Κι εσύ, η πιο απατηλή μάχη
όλων των εποχών σου…

Σε ζωγραφίζω βέβηλα, γιατί μου είναι
αδύνατον να σε λατρέψω…
Όταν υποδύεσαι τον πιο ζοφερό

και ανοργασμικό, ξενιστή του εγωισμού σου…

Δεν

Δεν ήθελες να μ’ αγγίξεις…
Περισσότερο απ’ ότι εκείνος.

Κι έτσι κέρδιζες την ήττα σου, την ώρα που με τύφλωνες στο πιο
βαθύ κύκνειο άσμα σου…

Την ιστορία που θα λεηλατήσεις με ευχαρίστηση, την κρατώ επτασφράγιστο
απωθημένο στο μυαλό σου…


Σε δοκίμασα.
Και μου παρέδωσες το
στέμμα της μοναξιάς σου.

Στον ασυνήθιστο κόσμο της φαντασίας μου, απενοχοποίησα
όλους τους εραστές μου…

Μα εσύ…


Με ζωγράφιζες ως
Έρωτα,
στις μακρόσυρτες σιωπές των Ερωμένων.

Ανάμεσα σ’ Εκείνον και σε Εσένα…
Θα μείνω εκστασιασμένη, μέχρι να σε θυμίζει…

Προσπαθώ να συγκρίνω το φιλί σου σε ξένο χώμα.
Να κατακτήσω πάλι τις αγγελικές κραυγές μου
στην κόλαση.

Αδυνατώ να αρθρώσω το μεγαλύτερο
«δεν» του οραματισμού μου.

Και σε ποθώ…

Ως αψεγάδιαστος ναρκαλιευτής της ομορφιάς σου…

Από τώρα

Είναι φορές που με κατακλύζει το άρωμα σου.

Που παρακολουθώ τις φλέβες στα χέρια σου,
ως αιχμάλωτη ηδονή…

Ίσως να πόθησα κι εγώ, μικρά σημάδια
στο λαιμό σου…

Λίγο πριν το
πάθος, με κάνει
απροστάτευτη…

Προσπαθώ.

Αυτοκαταστροφικά.
Ανέλπιδα.
Άχρωμα.

Να μείνω ασαγήνευτη, άσπιλη, αμέτοχη.
Εγκρατής.

Στο αδιαφανές χειριστικό μυαλό σου…

Τις μέρες, θανάσιμοι Εχθροί.
Τις νύχτες, άσπλαχνοι Εραστές.

Στο Λευκό σου πουκάμισο πλημμυρίζει
η Μαύρη μου θλίψη.

Στην ψυχή σου διαβάζω με δέος το θάνατο.
Στην καρδιά μου ενέπνευσες τη ζωή και τον άνεμο.

Έρωτας… Από πάντα.

Απαγορευμένος… Από τώρα.

Σε όλα τα σχήματα σου

Μα κάθε φορά που φιλάω με πάθος
τα όνειρα σου, αλλάζεις συθέμελα,
τους συντελεστές δόμησης μου…

Εσύ…

Η σχηματοποίηση του μεταμέλλοντος μου.

Εσύ…

Το άρωμα των ζωγραφισμένων αναστεναγμών στο αίμα μου.

Εσύ…

Ο δοξασμένος παγκόσμιος ονειρευτής μου…


Κι εγώ…

Η απόλυτα δική σου νόηση,
στα αδιάβατα και απαγορευμένα όρη
της ερωτικής νοημοσύνης σου…

Χωρίς εσένα δεν έχω μορφή.
Χωρίς εμένα δεν έχεις
μούσα.

Και σ’ αγαπώ.
Σε όλα τα σχήματα σου…

Περίμενα

Μ’ έσφιξες τόσο δυνατά, που πίστεψα
θα γευτείς την ψυχή μου στο σώμα.
Κι έτσι φίλησα στα σκληρά σου χείλη,
τις ανάλγητες λέξεις σου.

Στην αρσενική σου ιεραρχία
η θηλυκή μου πλευρά, ασέλγησε.
Με την ελπίδα να με ανατρέψεις,
με κάθε τρόπο, στην απόλυτη λογική σου.

Πότε πιστεύεις θα με συγκλονίσεις
σταθερά και αμετάκλητα;
Έχεις στα μάτια το πάθος
που βαθαίνει και κάνει έρωτα;

Περίμενα έναν πόλεμο μαζί σου.
Να νιώσω κάθε αδιαπέραστο όπλο σου.
Να υποφέρει στα ένστικτα μου,
από ανεξάντλητη
αγάπη…

Ήθελα τη μελωδία της φωνής σου
καθώς κυλά στην αφή μου ηδονικά
,
λίγο πιο έξω απ’ τον ξέφρενο βωμό
των θέλγητρων σου…

Σε γνωρίζω.

Περισσότερο απ’ τις θεωρίες σου.
Επιθυμώ να αποδομήσω τις ενοχές
που υποδύεσαι, σαν να μην χρειάστηκε
η ύπαρξη μαζί τους.

Σε περίμενα.


Στις ετερόφωτες όψεις του εγωισμού σου.
Να σφίξεις στους καρπούς μου
δύο
τριαντάφυλλα, που ζήλευαν,
καθώς πέθαιναν για μένα…

Περίμενα.

Εσένα.
Μόνο εσένα.

Κι εσύ…
Με απογοήτευσες.


Δεν σε ποθώ
Και δε σε θέλω.

ΑΝΤΙΟ.