Διάβασε με

Σε όλα τα σχήματα σου

Μα κάθε φορά που φιλάω με πάθος
τα όνειρα σου, αλλάζεις συθέμελα,
τους συντελεστές δόμησης μου…

Εσύ…

Η σχηματοποίηση του μεταμέλλοντος μου.

Εσύ…

Το άρωμα των ζωγραφισμένων αναστεναγμών στο αίμα μου.

Εσύ…

Ο δοξασμένος παγκόσμιος ονειρευτής μου…


Κι εγώ…

Η απόλυτα δική σου νόηση,
στα αδιάβατα και απαγορευμένα όρη
της ερωτικής νοημοσύνης σου…

Χωρίς εσένα δεν έχω μορφή.
Χωρίς εμένα δεν έχεις
μούσα.

Και σ’ αγαπώ.
Σε όλα τα σχήματα σου…

Περίμενα

Μ’ έσφιξες τόσο δυνατά, που πίστεψα
θα γευτείς την ψυχή μου στο σώμα.
Κι έτσι φίλησα στα σκληρά σου χείλη,
τις ανάλγητες λέξεις σου.

Στην αρσενική σου ιεραρχία
η θηλυκή μου πλευρά, ασέλγησε.
Με την ελπίδα να με ανατρέψεις,
με κάθε τρόπο, στην απόλυτη λογική σου.

Πότε πιστεύεις θα με συγκλονίσεις
σταθερά και αμετάκλητα;
Έχεις στα μάτια το πάθος
που βαθαίνει και κάνει έρωτα;

Περίμενα έναν πόλεμο μαζί σου.
Να νιώσω κάθε αδιαπέραστο όπλο σου.
Να υποφέρει στα ένστικτα μου,
από ανεξάντλητη
αγάπη…

Ήθελα τη μελωδία της φωνής σου
καθώς κυλά στην αφή μου ηδονικά
,
λίγο πιο έξω απ’ τον ξέφρενο βωμό
των θέλγητρων σου…

Σε γνωρίζω.

Περισσότερο απ’ τις θεωρίες σου.
Επιθυμώ να αποδομήσω τις ενοχές
που υποδύεσαι, σαν να μην χρειάστηκε
η ύπαρξη μαζί τους.

Σε περίμενα.


Στις ετερόφωτες όψεις του εγωισμού σου.
Να σφίξεις στους καρπούς μου
δύο
τριαντάφυλλα, που ζήλευαν,
καθώς πέθαιναν για μένα…

Περίμενα.

Εσένα.
Μόνο εσένα.

Κι εσύ…
Με απογοήτευσες.


Δεν σε ποθώ
Και δε σε θέλω.

ΑΝΤΙΟ.

Έλα

Έλα πάλι απόψε, να αθωώσουμε,
τον χειρότερο εαυτό μας.
Να ντύσουμε φτηνά, τα
σ’ αγαπώ,
με χείλη ψεύτικα.


Να κατακτήσουμε μια θέση απελπισίας,
στην ανεκδήλωτη απουσία.
Και με μανία να γευτούμε τη λαγνεία,
της ενσώματης φθοράς.

Έλα…

Να γίνουμε χειρότεροι
απ’ τα αμείλικτα ένστικτα μας.
Ν’ αφήσουμε υποσχέσεις χάρτινες
να μας χτυπήσουν στο λαιμό.

‘Ελα…

Και μη σκεφτείς τις συνέπειες
των αμαρτιών μας,
το πρόσωπο πάνω στη μάσκα μας,
την λιωμένη συνείδηση της παρακμής μας.

Έλα…

Για μια αβέβαιη νύχτα θαυμασμού.
Να τερματίσουμε τον έρωτα στα φώτα του.
Να μουτζουρώσουμε τ αστέρια στο πρόσωπο μας.
Και μέτρα μια μάχη στη φυγή.

‘Ελα και φύγε.

Να γίνεις ανεκπλήρωτος, να γίνω προσμονή.
Να τσαλακώσουμε τον κόσμο μας στην θλίψη,
να ξεγελάσουμε τον πάγο στη φωτιά.

‘Ελα…

Γιατί αν δεν έρθεις Εσύ, κανείς καρπός
δε θα φτιαχτεί, ως απαγορευμένος…

Εκείνη

Εκείνη… Εκείνη…

Στην χρυσή της καρδιά μόνο πάγος.
Σε φιλήδονες νύχτες, ιχνηλάτες με
πάθος.

Εκείνη… Εκείνη…

Στ’ ανεξίτηλο δέρμα, απλώνουν πάλι φιλιά τα φεγγάρια.

Εκείνη… Εκείνη…

Μια
αχτίδα θαρρείς περιμένει
και τη μοίρα υφαντό της να ψέλνει.

Τ’ αλμυρό το φιλί της στο στόμα,
με κραγιόν σε μπουκάλι με πώμα.

Εκείνη… Εκείνη…

Ζωγραφίζει απλωμένα σεντόνια,
ηδονές αφημένες σε δώμα…

Εκείνη… Εκείνη…

Στα ξανθά της μαλλιά ακροβάτες σε μπούκλες.
Την κρατάς, την φιλάς, και σωπαίνει.

Εκείνη… Εκείνη…

Την ποθείς.
Την μισείς.
Την λατρεύεις.

Δεν αντέχεις χωρίς τον βωμό της.
Στ’ όνομα της
φιλάς τον σταυρό της.

Εκείνη… Εκείνη…

Σε ποθεί, σε ζητά και σε ψάχνει.

Μα στο τέλος, αυτή δεν υπάρχει
.

Η Ειμαρμένη της Αμαρτίας σου

Κι αυτό το βράδυ μελωδώ για την Αγάπη και τον Έρωτα…

Ως πορφυρό μετάξι.

Ως οπτασία.
Ως απαγορευμένη φαντασίωση της προστακτικής σου…

Γιατί είμαι Γυναίκα.
Και είσαι Άντρας.

Και πάντα θα με συγκλονίζει η σύλληψη του Θεού
στην απόλυτη εκδοχή σου.

Πως μπορώ ν’ αντισταθώ στο σύμβολο
των κυκλικών επιθυμιών μου;

Ανεπιστρεπτί τα χείλη σου σφαλίζουν τα δικά μου,
καθώς εξανεμίζονται οι καρδιές μας σε λωτό.

Αισθάνομαι την αλχημεία σου να με κόβει,
στον πιο καταιγιστικό ενδοιασμό μου.

Εσύ…
Ο εμπνευστής των ανεξιχνίαστων λογισμών μου στο χαρτί.

Εσύ…
Ο γητευτής που σκιαγραφεί το δέρμα μου στα γλυπτά σου.

Αγαπημένε, ο ομορφότερος των ποιητών
και ο αρχαιότερος των αρχοντικών.

Εσύ…
Η ανεξίτηλη προφητεία των στεναγμών μου.

Και μόνο εγώ…

Η Ειμαρμένη της Αμαρτίας σου.

Για πάντα

Θυμάσαι;

Ακροπατούσαμε στην νιότη και την ωριμότητα. Στη στιγμή και τον χρόνο. Το φθινοπωρινό φόρεμα μου, ανέγγιχτο στην ντουλάπα με το άρωμα σου. Εκεί όπου κρύβαμε τις μυστικές συναντήσεις μας. Σ’ εκείνη την μικρή παμπ με την λονδρέζικη προφορά και τον σκονισμένο ουράνιο θόλο.

«Πόση ομορφιά κρύβουν τα μάτια ενός άντρα όταν ντύνουν κατάσαρκα τις επιθυμίες μιας γυναίκας;»

Την καθήλωσε.
Την κατέκτησε.
Την δημιούργησε.
Και την σκόρπισε.


Τα χέρια της οδηγούσαν τα χρώματα πάνω στον καμβά του κι οι πίνακες του αποτύπωναν περίτεχνα τις αινιγματικές ιαχές της…

«Είναι η τέχνη πιο ερωτεύσιμη από μια γυναίκα ή η γυναίκα είναι ο
έρωτας της τέχνης;»

«Δεν περιμένω απαντήσεις», του είπε κι εκείνος ρούφηξε την ανάσα της, στα πέπλα του. Την μορφή της, στη σκιά του. Το άγγιγμα της, στο σώμα του. Κι όταν την άφησε απ’ τα χέρια του, ελευθερώθηκε.

Για να ζήσει. Για πάντα…

Διαφορετικά

Έξω ερημιά. Μέσα ευτυχία.

Πέρασες τα δάχτυλα σου απ’ τα μαλλιά μου καθώς οι χτύποι της ψυχής μου πάλευαν με το αίμα της καρδιάς στο στήθος μου.

Σ’ αγαπώ κορίτσι μου.

Τον κοίταξα βαθιά…

-Έχεις όλες τις κτητικές αντωνυμίες που λατρεύω.
Νιώθω μόνη στον κόσμο που με γέννησε…

Χαμογέλασες, τόσο ανέγγιχτα..

– Μέσα στις σκέψεις και τις φαντασιώσεις μου, αγγίζω την γυναίκα που λαχτάρησα… Όνειρο μου. Μια μέρα θ’αποδομήσω την θλίψη σου και θα την κάνω δική μου.

Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού.

-Φοβάμαι το αύριο. Φοβάμαι για μας.

-Μπορώ να σε προστατέψω. Να σε κρύψω στο πιο λευκό μου πουκάμισο.
Να δεχτώ τις σφαίρες του σκοταδιού σου.

Κοίταξα το ρολόι μου.

Πρέπει να φύγω.

Μ’ έσφιξες. Στο μπράτσο. Δυνατά.

Ένιωσα την ζεστασιά της αύρας σου στο μάγουλο μου.

– Πες μου. Που πάνε τα συναισθήματα όταν αποχωρίζονται τον δημιουργό τους;

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Να γίνω ένα.
Με την αγάπη.
Με την λύπη.
Με την χαρά.
Με τον κόσμο.

Αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι διαφορετικά.