Αναζήτησε με

1930.

Σε πρόσεξα. Από την πρώτη στιγμή.
Η αρμονία της ομορφιάς σου,
ανταγωνίζονταν το σκοτάδι του βλέμματος σου.

Μπορούσα να αισθανθώ την ανάσα σου,

στην πλεκτή μου μπλούζα.
Τα δάχτυλα σου, άγγιζαν το
ρόδο στα χείλη μου.
Με κρατούσες απ’ τη μέση και ήμουν η ντάμα του καβαλιέρου μου.
Αφουγκραζόμουν τους χτύπους της καρδιάς σου καθώς τα ροδοπέταλα μου
κυλούσαν με λαχτάρα στην απουσία του χρώματος σου.

Πόσο πόθησα το δέρμα σου μέσα απ’ το μαύρο περίβλημα των γαντιών σου.
Και ξαφνικά!!!

Πρόσεξα τον χρόνο στον καρπό σου,
τους χρυσούς
λεπτοδείκτες της αγωνίας μου…
Όταν κτητικά και απόλυτα μπήκες στα σωθικά μου
και συγκλόνισες την ασχημάτιστη ψυχή μου.

Με βάφτισες
Έρωτα, και με μετέφερες στο χώρο και στο χρόνο.
Και τότε κατάλαβα…
Οι Ιοσφόροι!
Πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω!

Τα χέρια σου ως κλαδιά συγκρατούσαν το λευκό φόρεμα μου.
Γύρω μου σφραγισμένες πύλες. Γύρω μου κόκκινα ρόδα ανθισμένα.
Παγιδευμένη σε κήπο με λουλούδια ξένα.

Ήχησε βραχνά και μελωδικά η φωνή σου στο αυτί μου:

«Σύντομα…
Πολύ σύντομα…
Δική μου».

Η μουσική σταμάτησε, οι φωνές σίγησαν,
το φως κρύφτηκε κι έτσι σωριάστηκα στο πάτωμα.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είχα ξεχάσει τον κόσμο που υπήρχα.

Κοιμόμουν μαγεμένη
λίγο πριν το 2022.

Οι πίνακες ζωγραφικής.
Ο άντρας.
Το δωμάτιο.
Γνώριζα τα πάντα χωρίς να ρωτήσω τίποτα.

Σηκώθηκα, κοίταξα τον καθρέφτη.
Ποια είμαι;

Στο κομοδίνο υπήρχε ένα γράμμα:

Είσαι η Poetic Rose.
Σου αρέσει να γράφεις ποιήματα.
Αποπνέω τις λέξεις στα δάχτυλα σου.
Τα μαλλιά σου είναι ηλιόλουστα.
Τα μάτια σου
αιώνια.

Όταν γίνεσαι δική μου με μισείς.
Όταν δραπετεύεις, με λατρεύεις.
Θα νιώσεις αλλόκοτα.
Ταξιδεύεις στον χρόνο.

Το σάρκινο περίβλημα σου είναι η ολογραμμική ψευδαίσθηση
της απουσίας μου…

Ανήκεις στον κόσμο μου.
Στο λαιμό σου φοράς ένα κόσμημα.
Στην ψυχή σου φοράς την αλήθεια.
Ένα
τριαντάφυλλο.

Μπορώ να σε βλέπω και να με βλέπεις.
Να μυρίζω το άρωμα σου και να φυτρώνεις,

ως αμαρτία στο χώμα μου.

Στον κόσμο συμβαίνει ο κόσμος.
Θα φοράς μάσκα και θα κρύβεις το σώμα σου.
Θα φοράς ρούχα και θα αποκαλύπτεις το πρόσωπο σου.
Μόνο εγώ και μόνο εμείς.

Σε ποθώ.

Ως ειμαρμένη.
Ως προφητεία.
Ως μούσα.
Ως ροδάνθιστη οπτασία στον ανδρισμό μου.

Εσύ…


Το θηλυκό γένος της
Αγάπης.

Εγώ…

Το αρσενικό γένος του Έρωτα.

Αναζήτησε με…

Σε όλα τα σχήματα σου

Μα κάθε φορά που φιλάω με πάθος
τα όνειρα σου, αλλάζεις συθέμελα,
τους συντελεστές δόμησης μου…

Εσύ…

Η σχηματοποίηση του μεταμέλλοντος μου.

Εσύ…

Το άρωμα των ζωγραφισμένων αναστεναγμών στο αίμα μου.

Εσύ…

Ο δοξασμένος παγκόσμιος ονειρευτής μου…


Κι εγώ…

Η απόλυτα δική σου νόηση,
στα αδιάβατα και απαγορευμένα όρη
της ερωτικής νοημοσύνης σου…

Χωρίς εσένα δεν έχω μορφή.
Χωρίς εμένα δεν έχεις
μούσα.

Και σ’ αγαπώ.
Σε όλα τα σχήματα σου…

Περίμενα

Μ’ έσφιξες τόσο δυνατά, που πίστεψα
θα γευτείς την ψυχή μου στο σώμα.
Κι έτσι φίλησα στα σκληρά σου χείλη,
τις ανάλγητες λέξεις σου.

Στην αρσενική σου ιεραρχία
η θηλυκή μου πλευρά, ασέλγησε.
Με την ελπίδα να με ανατρέψεις,
με κάθε τρόπο, στην απόλυτη λογική σου.

Πότε πιστεύεις θα με συγκλονίσεις
σταθερά και αμετάκλητα;
Έχεις στα μάτια το πάθος
που βαθαίνει και κάνει έρωτα;

Περίμενα έναν πόλεμο μαζί σου.
Να νιώσω κάθε αδιαπέραστο όπλο σου.
Να υποφέρει στα ένστικτα μου,
από ανεξάντλητη
αγάπη…

Ήθελα τη μελωδία της φωνής σου
καθώς κυλά στην αφή μου ηδονικά
,
λίγο πιο έξω απ’ τον ξέφρενο βωμό
των θέλγητρων σου…

Σε γνωρίζω.

Περισσότερο απ’ τις θεωρίες σου.
Επιθυμώ να αποδομήσω τις ενοχές
που υποδύεσαι, σαν να μην χρειάστηκε
η ύπαρξη μαζί τους.

Σε περίμενα.

Στις ετερόφωτες όψεις του εγωισμού σου.
Να σφίξεις στους καρπούς μου
δύο
τριαντάφυλλα, που ζήλευαν,
καθώς πέθαιναν για μένα…

Περίμενα.

Εσένα.
Μόνο εσένα.

Κι εσύ…
Με απογοήτευσες.

Δεν σε ποθώ
Και δε σε θέλω.

ΑΝΤΙΟ.

Εκείνη

Εκείνη… Εκείνη…

Στην χρυσή της καρδιά μόνο πάγος.
Σε φιλήδονες νύχτες, ιχνηλάτες με
πάθος.

Εκείνη… Εκείνη…

Στ’ ανεξίτηλο δέρμα, απλώνουν πάλι φιλιά τα φεγγάρια.

Εκείνη… Εκείνη…

Μια
αχτίδα θαρρείς περιμένει
και τη μοίρα υφαντό της να ψέλνει.

Τ’ αλμυρό το φιλί της στο στόμα,
με κραγιόν σε μπουκάλι με πώμα.

Εκείνη… Εκείνη…

Ζωγραφίζει απλωμένα σεντόνια,
ηδονές αφημένες σε δώμα…

Εκείνη… Εκείνη…

Στα ξανθά της μαλλιά ακροβάτες σε μπούκλες.
Την κρατάς, την φιλάς, και σωπαίνει.

Εκείνη… Εκείνη…

Την ποθείς.
Την μισείς.
Την λατρεύεις.

Δεν αντέχεις χωρίς τον βωμό της.
Στ’ όνομα της
φιλάς τον σταυρό της.

Εκείνη… Εκείνη…

Σε ποθεί, σε ζητά και σε ψάχνει.

Μα στο τέλος, αυτή δεν υπάρχει
.

Μοναδική και Ανεκτίμητη

Κάθε φορά που σε φωτογραφίζω χτίζω την Μούσα μου.

Κάθε φορά.
 
Τις νύχτες ψιθυρίζω τ’ όνομα σου στην υγρασία των δέντρων κι εσύ βάφεσαι κόκκινη στα απόκρημνα βουνά της άγριας φύσης μου.
 
Κάθε φορά.
 
Όπως η ανατολή.
Όπως το ηλιοβασίλεμα.
Όπως τα Ρόδα στον πολύτιμο κήπο μου.
 
Θ’ αφήσω το πιο έντονο χρώμα μου
στην αγνή σου ψυχή…
Θα σε κάνω δική μου,
πριν σε κλέψει η αποψινή πανσέληνος.
 
Θα λερώσω κάθε σου σκέψη με ροδοπέταλα…
Και θα σφίξω στα δάχτυλα μου
τον αμέθυστο πόθο σου…
 

Συνέχεια ανάγνωσης «Μοναδική και Ανεκτίμητη»