Για πάντα

Θυμάσαι;
Ακροπατούσαμε στην νιότη και την ωριμότητα. Στη στιγμή και τον χρόνο. Το φθινοπωρινό φόρεμα μου, ανέγγιχτο στην ντουλάπα με το άρωμα σου. Εκεί όπου κρύβαμε τις μυστικές συναντήσεις μας. Σ’ εκείνη την μικρή παμπ με την λονδρέζικη προφορά και τον σκονισμένο ουράνιο θόλο.

«Πόση ομορφιά κρύβουν τα μάτια ενός άντρα όταν ντύνουν κατάσαρκα τις επιθυμίες μιας γυναίκας;»

Την καθήλωσε.
Την κατέκτησε.
Την δημιούργησε.
Και την σκόρπισε.

Τα χέρια της οδηγούσαν τα χρώματα πάνω στον καμβά του κι οι πίνακες του αποτύπωναν περίτεχνα τις αινιγματικές ιαχές της…

«Είναι η τέχνη πιο ερωτεύσιμη από μια γυναίκα ή η γυναίκα είναι ο
έρωτας της τέχνης;»

«Δεν περιμένω απαντήσεις», του είπε κι εκείνος ρούφηξε την ανάσα της, στα πέπλα του. Την μορφή της, στη σκιά του. Το άγγιγμα της, στο σώμα του. Κι όταν την άφησε απ’ τα χέρια του, ελευθερώθηκε.

Για να ζήσει. Για πάντα…

Μοναδική και Ανεκτίμητη

Κάθε φορά που σε φωτογραφίζω χτίζω την Μούσα μου.

Κάθε φορά.
 
Τις νύχτες ψιθυρίζω τ’ όνομα σου στην υγρασία των δέντρων κι εσύ βάφεσαι κόκκινη στα απόκρημνα βουνά της άγριας φύσης μου.
 
Κάθε φορά.
 
Όπως η ανατολή.
Όπως το ηλιοβασίλεμα.
Όπως τα Ρόδα στον πολύτιμο κήπο μου.
 
Θ’ αφήσω το πιο έντονο χρώμα μου
στην αγνή σου ψυχή…
Θα σε κάνω δική μου,
πριν σε κλέψει η αποψινή πανσέληνος.
 
Θα λερώσω κάθε σου σκέψη με ροδοπέταλα…
Και θα σφίξω στα δάχτυλα μου
τον αμέθυστο πόθο σου…
 

Συνέχεια ανάγνωσης «Μοναδική και Ανεκτίμητη»