Η Ειμαρμένη της Αμαρτίας σου

Κι αυτό το βράδυ μελωδώ για την Αγάπη και τον Έρωτα…

Ως πορφυρό μετάξι.

Ως οπτασία.
Ως απαγορευμένη φαντασίωση της προστακτικής σου…

Γιατί είμαι Γυναίκα.
Και είσαι Άντρας.

Και πάντα θα με συγκλονίζει η σύλληψη του Θεού
στην απόλυτη εκδοχή σου.

Πως μπορώ ν’ αντισταθώ στο σύμβολο
των κυκλικών επιθυμιών μου;

Ανεπιστρεπτί τα χείλη σου σφαλίζουν τα δικά μου,
καθώς εξανεμίζονται οι καρδιές μας σε λωτό.

Αισθάνομαι την αλχημεία σου να με κόβει,
στον πιο καταιγιστικό ενδοιασμό μου.

Εσύ…
Ο εμπνευστής των ανεξιχνίαστων λογισμών μου στο χαρτί.

Εσύ…
Ο γητευτής που σκιαγραφεί το δέρμα μου στα γλυπτά σου.

Αγαπημένε, ο ομορφότερος των ποιητών
και ο αρχαιότερος των αρχοντικών.

Εσύ…
Η ανεξίτηλη προφητεία των στεναγμών μου.

Και μόνο εγώ…
Η Ειμαρμένη της Αμαρτίας σου.

Για πάντα

Θυμάσαι;
Ακροπατούσαμε στην νιότη και την ωριμότητα. Στη στιγμή και τον χρόνο. Το φθινοπωρινό φόρεμα μου, ανέγγιχτο στην ντουλάπα με το άρωμα σου. Εκεί όπου κρύβαμε τις μυστικές συναντήσεις μας. Σ’ εκείνη την μικρή παμπ με την λονδρέζικη προφορά και τον σκονισμένο ουράνιο θόλο.

«Πόση ομορφιά κρύβουν τα μάτια ενός άντρα όταν ντύνουν κατάσαρκα τις επιθυμίες μιας γυναίκας;»

Την καθήλωσε.
Την κατέκτησε.
Την δημιούργησε.
Και την σκόρπισε.

Τα χέρια της οδηγούσαν τα χρώματα πάνω στον καμβά του κι οι πίνακες του αποτύπωναν περίτεχνα τις αινιγματικές ιαχές της…

«Είναι η τέχνη πιο ερωτεύσιμη από μια γυναίκα ή η γυναίκα είναι ο
έρωτας της τέχνης;»

«Δεν περιμένω απαντήσεις», του είπε κι εκείνος ρούφηξε την ανάσα της, στα πέπλα του. Την μορφή της, στη σκιά του. Το άγγιγμα της, στο σώμα του. Κι όταν την άφησε απ’ τα χέρια του, ελευθερώθηκε.

Για να ζήσει. Για πάντα…

Διαφορετικά

Έξω ερημιά. Μέσα ευτυχία.

Πέρασες τα δάχτυλα σου απ’ τα μαλλιά μου καθώς οι χτύποι της ψυχής μου πάλευαν με το αίμα της καρδιάς στο στήθος μου.

Σ’ αγαπώ κορίτσι μου.

Τον κοίταξα βαθιά…

-Έχεις όλες τις κτητικές αντωνυμίες που λατρεύω.
Νιώθω μόνη στον κόσμο που με γέννησε…

Χαμογέλασες, τόσο ανέγγιχτα..

– Μέσα στις σκέψεις και τις φαντασιώσεις μου, αγγίζω την γυναίκα που λαχτάρησα… Όνειρο μου. Μια μέρα θ’αποδομήσω την θλίψη σου και θα την κάνω δική μου.

Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού.

-Φοβάμαι το αύριο. Φοβάμαι για μας.

-Μπορώ να σε προστατέψω. Να σε κρύψω στο πιο λευκό μου πουκάμισο.
Να δεχτώ τις σφαίρες του σκοταδιού σου.

Κοίταξα το ρολόι μου.

Πρέπει να φύγω.

Μ’ έσφιξες. Στο μπράτσο. Δυνατά.

Ένιωσα την ζεστασιά της αύρας σου στο μάγουλο μου.

– Πες μου. Που πάνε τα συναισθήματα όταν αποχωρίζονται τον δημιουργό τους;

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Να γίνω ένα.
Με την αγάπη.
Με την λύπη.
Με την χαρά.
Με τον κόσμο.

Αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι διαφορετικά.

Μοναδική και Ανεκτίμητη

Κάθε φορά που σε φωτογραφίζω χτίζω την Μούσα μου.

Κάθε φορά.
 
Τις νύχτες ψιθυρίζω τ’ όνομα σου στην υγρασία των δέντρων κι εσύ βάφεσαι κόκκινη στα απόκρημνα βουνά της άγριας φύσης μου.
 
Κάθε φορά.
 
Όπως η ανατολή.
Όπως το ηλιοβασίλεμα.
Όπως τα Ρόδα στον πολύτιμο κήπο μου.
 
Θ’ αφήσω το πιο έντονο χρώμα μου
στην αγνή σου ψυχή…
Θα σε κάνω δική μου,
πριν σε κλέψει η αποψινή πανσέληνος.
 
Θα λερώσω κάθε σου σκέψη με ροδοπέταλα…
Και θα σφίξω στα δάχτυλα μου
τον αμέθυστο πόθο σου…
 

Συνέχεια ανάγνωσης «Μοναδική και Ανεκτίμητη»